Παρασκευή, 25 Μαΐου 2007

Bob Dylan


BOB DYLAN (Robert Allen Zimmerman),
έκλεισε τα 66,
γεννήθηκε στις 24 Μαΐου του 1941.
Έγραψε μερικά από τα σπουδαιότερα τραγούδια όλων των εποχών.
Στα 65 του έγραψε το εκπληκτικό άλμπουμ “Modern Times”. Βρίσκεται εδώ και καιρό σε παγκόσμια περιοδεία. Στην Ελλάδα δεν τον έχουμε δει ακόμη…




"Και τι άκουσες, γαλανομάτη γιε μου, μοσχαναθρεμμένε;
Ω, και τι άκουσες, μικρέ μου γιε αγαπημένε;
Άκουσα τον κεραυνό να πέφτει, και πριν μια τρομερή βροντή
Άκουσα ένα κύμα να βρυχάται, να θέλει να πνίξει όλη τη γη
Άκουσα εκατό τυμπανιστές τα τύμπανα να χτυπάνε δυνατά
Άκουσα χίλιους να ψιθυρίζουν και κανείς να μην ακούει προσεκτικά
Άκουσα έναν της πείνας να πεθαίνει και πολλούς να γελάνε βροντερά
Άκουσα το τραγούδι ενός ποιητή που πέθανε σαν το σκυλί στ' αμπέλι
Άκουσα έναν παλιάτσο σε μιαν αλέα να κλαίει και κανείς να μην τον θέλει
Και μια άγρια, ναι, μια άγρια, μια άγρια
Ω, μια άγρια, σου λέω μια άγρια, μια άγρια βροχή θα πέσει..."
(μτφ: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης)





“Like A Rolling Stone”,
τότε


και τώρα


"Blowin' In The Wind"



Beyond The Horizon”


Δεν θα ήταν ωραία να είμαστε εδώ;


να σου πω, ακόμα καλύτερα εδώ,
και δεν με πειράζει καθόλου που το βιντεάκι δεν έχει εικόνα, έχει τέλειο ήχο και ωραία ατμόσφαιρα:




τελευταίο, “Ain't Talkin'”, στο Amsterdam 9 Απριλίου 2007:


Τρίτη, 22 Μαΐου 2007

Μακεδονία ξακουστή πάλι μιλάνε για σένα


Επειδή πολύς λόγος άρχισε να γίνεται ξανά για το μακεδονικό ζήτημα
δύο κείμενα μπορεί να μας φανούν πολύ χρήσιμα.

Στο blog του
R2-D2
και στο blog του
siddhartha


Κυριακή, 20 Μαΐου 2007

βιβλία, κόσμοι, χρόνια παιδικά


Κανονικά σήμερα θα ήθελα να είμαι όλη μέρα στη διεθνή έκθεση βιβλίου και να χανόμουν μέσα σε βιβλία, συζητήσεις και συναντήσεις. Όμως εμεινα εδώ. Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια ο θεός γελάει, λέει μια παροιμία και έχει πολύ δίκιο. Ποια είμαι εγώ που το λέω θα μου πεις, αλλά τέλος πάντων η παροιμία σκίζει και επαληθεύεται πολλάκις.

Όχι πως δεν έχω δουλειές και άπειρες εκκρεμότητες εντός των τοίχων της οικίας μου αλλά το μυαλό μου ήταν στην έκθεση, που τελειώνει κιόλας σήμερα, οπότε αφήνω τις δουλειές για μετά - αντέξτε μακριά μου λίγη ώρα ακόμα, θα τα καταφέρετε πιστέψτε με- και άρχισα να θυμάμαι τα βιβλία με τα οποία έχω τις πιο έντονες μνήμες από παιδί. Γιατί τα βιβλία των παιδικών χρόνων; Μάλλον γι’ αυτό φταίνε οι ώωωρες που πέρασα χθες στην παιδική γωνιά της έκθεσης για ειδικούς, συγκεκριμένους και πολύ ωραίους λόγους είναι η αλήθεια.

Μπαίνω στη χρονομηχανή και θυμάμαι. Ένα βιβλίο τη χρονιά, το καλό που σου θέλω για να μην ξημερώσουμε εδώ πέρα.
Καλοκαίρι, μόλις έχω τελειώσει την Α Δημοτικού, εγχείριση σκωληκοειδίτιδας (παναγιά μου, τι σας λέω τώρα…) και στην κλινική μια εξαδέλφη, μεγαλύτερη μου, μου φέρνει δώρο έναν τόμο των παραμυθιών του Άντερσεν. Το πρώτο βράδυ μετά την εγχείριση δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Η νάρκωση που είχε προηγηθεί είχε κάνει τόσο καλά τη δουλειά της ώστε να είναι αναπόφευκτη η ολονυχτία . Ο Άντερσεν λοιπόν ήταν η νυχτερινή παρέα μου στη μικρή πόλη που κοιμόταν αμέριμνη ενώ εγώ ρουφούσα εικόνες, πρόσωπα, παραμύθια και στο τέλος κάθε ιστορίας δεν ήξερα αν έπρεπε να κλάψω ή να χαμογελάσω. Τι παράξενες ιστορίες, τι λυπημένα παραμύθια, σκεφτόμουν αλλά μου άρεσαν τρελά. Πολλά χρόνια μετά έψαχνα το βιβλίο στο πατρικό μου να το διαβάσω στα παιδιά μου αλλά εκείνο άφαντο, πουθενά…
Ένα χρόνο μετά, αισίως στη Δευτέρα. Στο σπίτι έχουμε μαστόρους, το βάφουν. Όλα τα έπιπλα είναι έξω, στη βεράντα και στο στενό πεζούλι που ενώνει τοίχο και τριανταφυλλιές. Ο ήλιος βαράει αλύπητα. Χώνομαι στην υπαίθρια πολυθρόνα. Το κεφάλι μου, αν κάνω λίγο πίσω ακουμπάει στον τοίχο, τα πόδια μόλις τα τεντώσω ακουμπάνε στην τριανταφυλλιά που τσιμπάει και καλά είναι να έχω το νου μου. Μονορούφι διαβάζω «Το νησί των θησαυρών» και σαν πότε έγινα πειρατής, σαν πότε η πολυθρόνα καράβι, σαν πότε το κεφάλι στα πρόθυρα ηλίασης χαμπάρι δεν πήρα. Το φχαριστήθηκα όμως…
Τις επόμενες δυο χρονιές συνάντησα τα βιβλία που θα ήθελα να ξαναδιαβάσω μετά από τόσα χρόνια.
Τρίτη. «Οι Άθλιοι». Το Παρίσι και ο Γιάννης Αγιάννης. Ο Ιαβέρης. Η Τιτίκα και ο Μάριος. Ένας κόσμος που μετά μπορεί να τον γνωρίζεις-ζεις σε άλλη εποχή αλλά όχι πολύ διαφορετικό. Κι αν είσαι τυχερή- πολύ τυχερή- θέλεις να γνωρίσεις κι έναν Γιάννη Αγιάννη.
Το βιβλίο των βιβλίων με περίμενε την επόμενη χρονιά. «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» ένα δερματόδετο βιβλίο με χρυσά γράμματα. Ένας άλλος κόσμος, κυριολεκτικά. Ποιος ξέρει τι είναι το Μπρούκλιν; Ποια είναι αυτή η γέφυρα; Ιδέα δεν είχα τότε. ούτε τα ονόματα ήξερα, ούτε τίποτα.

Τι διαβάζει αυτό το μικρό κορίτσι ανεβασμένο στο δέντρο; Χρόνια μετά νομίζω πώς τα πρώτα πράγματα που έμαθα για την Αμερική εκεί τα έμαθα. Και όλα αυτά τα χρόνια πάντα πιστεύω ότι αυτά είναι τα βασικά. Είδα ταινίες, διάβασα άλλα πολλά, αλλά πάντα για μένα η Φράνσις είναι η πρώτη ηρωίδα που θυμάμαι, το κορίτσι που μεγάλωσε σε μια γειτονιά όπου ένα δέντρο βρήκε μια ρωγμή και φύτρωσε κι όπου αγόραζαν το ψωμί της χθεσινής ημέρας για να μπορούν να το αγοράσουν ενώ μάζευαν οτιδήποτε μπορούσε να πουληθεί και ονειρευόντουσαν ότι το αύριο μπορεί να είναι καλύτερο. Στην Πέμπτη ποιο βιβλίο θυμάμαι περισσότερο; Είναι σαν να ξεθώριασε η μνήμη και μετά να… να, κάτι θυμάμαι. Την Πολυάννα. Είναι αυτό που λες: μα δεν ντρέπεσαι να λες ότι θυμάσαι αυτό το βιβλίο; Όχι, δεν ντρέπομαι καθόλου γιατί μπορεί στο βιβλίο αυτό, να σου πω την αλήθεια- ακόμα κι αν ήταν στις υπερβολές του στιγμές-στιγμές γλυκερό- να χρωστάω που ξυπνάω και λέω πως κάθε μέρα είναι μια αρχή και πως η ζωή τίποτα απ’ όσα έχεις δεν ήταν υποχρεωμένη να σου τα δώσει. Καλύτερα Πολυάννα παρά γκρινιαροαχάριστη, σκέφτηκα πολλές φορές στη ζωή μου. Άσε που ο άνθρωπος που εκτιμάει, καλύτερα ξέρει να προσπαθεί, ή τουλάχιστον να ζει, τους αχόρταγους και μίζερους να φοβάσαι. Προς στην Έκτη διάβασα τα "Άγουρα χρόνια", που τα θυμάμαι πολύ έντονα επίσης, ήταν η εποχή που ξεκοκάλιζα τη βιβλιοθήκη της μεγαλύτερης αδελφής μου, αλλά πάμε στην Έκτη κανονικά.
Ακόμα και σήμερα ένα νύχι στο χέρι μου είναι παραμορφωμένο. Στην τελευταία χρονιά του δημοτικού, διάβαζα τα «Λουλούδια της Χιροσίμα», ένα μικρό βιβλίο από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Λάτρεψα αυτή τη σειρά, σχεδόν δεν έβλεπα τους τίτλους και αγόραζα και διάβαζα ό,τι είχε κυκλοφορήσει σε αυτήν. Αυτό πρέπει να ήταν το πρώτο της σειράς που διάβασα. Είχα τόσο συγκλονιστεί, ώστε δεν ένιωθα τον πόνο, το νύχι στο δάκτυλο φαγωμένο απίστευτα από την αγωνία. Μέρες πονούσε αλλά σιγά τον πόνο, συγκρίνεται με όσα διάβασα στο βιβλίο; Ακόμα και τώρα που το κοιτάζω, τώρα που έχει στρώσει κιόλας, αυτό σκέφτομαι. Και τη λαχτάρα μου να μην αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μέχρι να φτάσω στην τελευταία του σελίδα. Τη λαχτάρα που έμεινε ίδια όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει.


Καμιά φορά σκέφτομαι, όλοι οι κόσμοι στους οποίους βρεθήκαμε είναι μέσα μας άραγε;

Σάββατο, 19 Μαΐου 2007

βιβλία, βιβλία, βιβλία!

Έχουμε Διεθνή Έκθεση Βιβλίου!
Τα λέμε τη Δευτέρα!

Τρίτη, 15 Μαΐου 2007

αφιερωμένο εξαιρετικά




Κοίτα φίλε sidd
τι βρήκα στο blog του resident!
Φωτογραφία από το σπίτι του Έρμαν Έσσε, τώρα μουσείο.

Ε, το είδα και σκέφτηκα αυτό πρέπει να στο χαρίσω!

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2007

άνθρωποι σαν εμάς

Κάποια στιγμή ήθελα να σας γράψω για αυτά και πιο πολύ γι' αυτούς που δεν αντέχω -μα με τίποτα. Σήμερα μου φαίνεται καλή μέρα.



Δεν μου αρέσουν καθόλου- μα καθόλου, καθόλου - οι σοβαροφανείς άνθρωποι. Νευριάζω που θέλουν κάνουν και τα νέα παιδιά σαν τα μούτρα τους. Θυμάστε το γράμμα του "δωδεκάχρονου" που είχε δημοσιευτεί πρωτοσέλιδο στην «Ελευθεροτυπία»; Αν είναι δυνατόν! Μιλάνε βρε έτσι τα δωδεκάχρονα; Κι αν μιλάνε-παναγία μου!- είναι για να καμαρώνεις ή να τα λυπάσαι κι εκείνα κι εμάς που τα κάναμε έτσι; Ε, όσο μεγαλώνω τους βλέπω τους σοβαροφανείς να έχουν απλωθεί σε όλες τις μπάντες. Αυτούς δεν τους αντέχω.




Και μαζί τους επίπαντόςεπιστητού. Όλα τα ξέρουν, λένε σε βάθος, λίγο να τους μιλήσεις παραπάνω το καταλαβαίνεις τα πάνω - πάνω αν ξέρουν κι αυτά πασαλειμμένα. Έχουν κι ένα τρόπο να μιλάνε απίστευτο ίδια. Ένα βαθυστόχαστο αργόσυρτο και μετά σέρνουν τη φωνή και ίσως κυρίως στην προφορά των τελευταίων λέξεων, σου λέει το σκέφτομαι τώρα αυτό που σου λέω δεν το λέω τυχαία, κάνουν ότι ξεκοκαλίζουν κάθε μέρα τον παγκόσμιο τύπο- καλά στην εποχή μας που ξέρουμε όλοι τα ψαχτήρια και τα τυφλοσούρτια τους στο ίντερνετ ποιον κοροιδεύουν;- λένε τα ίδια βαρετά και χαζά για ό,τι θεωρείται must, έχουν πάει παντού, τα έχουν δει όλα. Αντέχεται; Γιατί, μήπως τους φανατικούς τους αντέχεις; Κομματικούς, θρησκευτικούς, αλάθητους και εσαεί φανατικούς; Όσο για τους βλάκες, όχι, όχι τους καλούς, αγαθούς ανθρώπους, τους βλάκες εννοώ που είναι ή μόνο βλάκες ανίκητοι ή βλάκες και πονηροί μαζί, συνδυασμός ακτύπητος και εξόχως επικίνδυνος.



Άλλη κατηγορία, νομίζω κολλάει και με τις παραπάνω: οι ντεμέκ. Ντεμέκ επαναστάτες, ντεμέκ υπεράνω, ντεμέκ διαβασμένους και κουλτουριάρηδες, (αυτό επειδή μάλλον είναι σαλονικιώτικο αν δεν το ξέρετε σημαίνει τάχα μου).
Και μετά είναι οι πολύευαίσθητοι-που το λένε και παντού: «εμένα το μεγαλύτερο ελάττωμα μου είναι η ευαισθησία». Χα, χα! Θλίβονται που ο κόσμος είναι απάνθρωπος, μυξοκλαίνε σαν μωροψευτοευαίσθητες παρθένες, είναι ρομαντικές κι ευαίσθητες ψυχές, φτιαγμένες για άλλο κόσμο, η δικιά τους καρδιά είναι φτιαγμένη με άλλα υλικά, είναι ανώτερα πλάσματα σου λέω. Και μόνο που το κάνουν βούκινο εγώ δεν τους πιστεύω -στον αιώνα τον άπαντα-, ότι είναι αλλιώς φτιαγμένοι, συμπαθάτε με πονεμένες καρδιές που θυμάστε ακόμα την πεθαμένη πεταλούδα του πρωινού στο φωτοσκίαστο πλακάκι, το ματωμένο γόνατο από την πρώτη δημοτικού και το γεμάτο κακία βλέμμα του Γιωργάκη στην τετάρτη..
Όλα τα λεφτά είναι οι μίζεροι. Αυτοί έχω πειστεί ότι νομίζουν πως θα ζήσουν για πάντα και όλα γύρω τους ανήκουν. Έτσι γκρινιάζουν για όλα γιατί απλά νομίζουν ότι όλα είναι δικά τους. Όλα τους φταίνε, καμιά φορά συνωμοτούν κι όλοι εναντίον τους, πολύ μικρή νόμιζα ότι αυτό το λένε ψυχασθένεια, μετά είδα πολλούς ψυχασθενείς γύρω μου και ψιλοτρόμαξα.
Αλλά αυτοί που με τρομάζουν περισσότερο είναι εκείνοι που λένε ότι για όλα φταίει η κοινωνία και το σύστημα. Είναι οι πρώτοι που θα σου πουν «να αλλάξει το σύστημα και μετά θα αλλάξω κι εγώ», για το αντίθετο ας μη γίνεται κουβέντα, δεν υπάρχει περίπτωση. Πετάνε τα σκουπίδια τους όπου γουστάρουν, παρκάρουν το ίδιο, τρέχουν γιατί «ας φτιάξουν το δρόμο εγώ τι φταίω;», θα ήταν καλοί και έντιμοι αν το κράτος ήταν καλό και έντιμο, μαθαίνουν στα παιδιά τους να χώνονται, να βολεύονται γιατί τέτοιο που είναι το σύστημα… Κι αν κάνουν ένα λάθος- εκτός από το λάθος που είναι όλη η ζωή τους- πάντα ένας άλλος φταίει, ε, αυτούς τους σιχαίνομαι πιο πολύ απ’ όλους.




Θυμήθηκα κι ένα σχόλιο που είχα κάνει στο blog του ΔεΜασάμεΡε για ένα αθλιομελό-κατ’ εμέ πάντα- κείμενο του Στάθη στην Ελευθεροτυπία, μπορεί να τον διαβάζετε αλλά εμένα δεν μου αρέσει γιατί γράφει κείμενα σαν αυτό για το οποίο έστειλα κι αυτό το σχόλιο που νομίζω ότι ταιριάζει με τα παραπάνω.
«Σκόρπιες σκέψεις. Βλέπω γύρω μου ανθρώπους που περισσότερο μιλάνε για το κινητό, τα σκυλάδικα-ποιοι διάολο τα γεμίζουν αυτά τα μαγαζιά και με τι λεφτά;- και το ταξίδι που θα κάνουν με δανεικά λεφτά από κάρτα παρά για τα παιδιά τους, την αγάπη τους, μη σου πω για τα όνειρά τους - σιγά μην έχουν. Κλαίνε για τα λεφτά που έχασαν σε χρηματιστήριο και πυραμίδες, όμως εκείνοι ήθελαν να παίξουν για να κερδίσουν γρήγορα και εύκολα λεφτά - αυτό ακριβώς που λένε στα παιδιά τους «κοίτα παιδί μου να είσαι μάγκας, βγάλε γρήγορα λεφτά-με όποιον τρόπο, αυτό δεν το λένε αλλά το εννοούν- και χέσε τους άλλους, οι άλλοι θα σε σώσουν;».

Αποχαυνώνονται στην τηλεόραση, το μυαλό τους κιμάς πριν το καταλάβουν. Ο τελευταίος σταρ που θαύμασαν τηλεοπτικός τενεκές θα ήταν μάλλον-έχουμε και πολλούς γμτ, και γελοίους και σοβαροφανείς που είναι οι χειρότεροι Εντυπωσιάζονται με συναισθηματικά μικρομεγαλίστικα γράμματα που στέλνουν ενήλικοι πρώην αριστεροί-μπορεί και νυν, τι να πω, έτσι που γίναμε- με υπογραφή ενός εφήβου, εξεγείρονται με το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ Δημοτικού άνθρωποι που η τηλεόραση κατά βάση τους μορφώνει-έλεος…
Μέχρι να γίνουμε τόπος βλακόστρωτων.
Τα πράγματα είναι δύσκολα. Όποιος δουλεύει το ξέρει. Όποιος ζει με άλλους ανθρώπους το ίδιο. Όποιος θέλει και προσπαθεί ν' αλλάξει ο ίδιος και ν' αλλάξει κι ο κόσμος γύρω του, σίγουρα το νιώθει. Αλλά, νομίζω ότι το κείμενο του Στάθη Στ., γραμμένο για να συγκινήσει, δίνει άλλοθι στη μεριά του καναπέ μας που βούλιαξε, κολακεύει την πλευρά μας που κοιμάται μακαρίως μπροστά στην ανοιχτή οθόνη και ψάχνει καθοδηγητές (α, ρε, ΚΚΕ, γέμισες τον κόσμο με χιλιάδες..) και ιεροκήρυκες να τον σώσουν από το χάλι ή ακόμα καλύτερα να ρίξουν το φταίξιμο αλλού. Δεν φταίνε πάντα οι άλλοι για αυτό που είμαστε και ζούμε. Θύματα συνέχεια; Σιγά μην κλάψω...»

Θα μου πεις γιατί τα σκέφτηκα, γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά; Δεν είμαι και σίγουρη.
Πάντως ήμουν κάπου την Κυριακή, κάτι έβλεπα, κάτι άκουγα και τα σκεφτόμουν και μετά γύρισα σπίτι διάβασα και τους Schooligans και φοβήθηκα μη γίνω, ή μήπως είμαι κιόλας, μεγάλη σαν αυτούς τους μεγάλους που περιγράφουν τα παιδιά στα φοβερά γράμματα τους.
(ένα επόμενο post θα είναι σίγουρα και μόνο γι’ αυτά τα παιδιά)

Υ.Γ. Και τώρα που ξεθύμανα και είπα τα πράγματα όπως τα ένιωθα και ανακατεμένα μάλλον κι έγραψα και ένα σεντόνι υπέρδιπλο, king size, φοβάμαι μήπως έγινα σαν αυτούς που δεν αντέχω, ξερόλας δασκαλίτσα. Αλήθεια φοβάμαι...

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2007

ναμαστε, ξανα μαζι


Έχω τόσον καιρό να γράψω που δεν ξέρω τώρα πια
τι να πρωτογράψω,
τι να σας πρωτοπώ.
Τι δεν θέλω να ξεχάσω;
Πρώτα – πρώτα τη συναυλία
του Αγγελάκα με τους Επισκέπτες στο Principal
το περασμένο Σάββατο.
Ήταν μία ακόμα καταπληκτική συναυλία τους.
Είναι όλη γραμμένη στο νου μου,
αλλά ακόμα αυτό δεν γίνεται να το μοιραστούμε.
Ένα τραγούδι όμως ίσως δεν είναι δύσκολο
να το ακούσουμε παρέα μαζί.
Να, αυτό για παράδειγμα…


ή αυτό



μπορεί κι αυτό



(χαρισμένα σε όλους και μία φορά παραπάνω
στον Anasazi και τον R2
που φεύγουν την Τρίτη φαντάροι- κι ερωτεύτηκαν
πάνω στην ώρα τα παληκάρια, επίτηδες το κάνουν;
Ρε λες να έχουν τόσο ισχυρό αίσθημα αυτοσυντήρησης;
Σαν να τους τραβά η ζωή απ’ το μανίκι…)


Τρίτη, 1 Μαΐου 2007

Μια φορά κι έναν καιρό... ή μια φανταστική ιστορία από τη ζωή βγαλμένη


Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα όχι πολύ μακρινή από αυτήν που είναι έξω από τα παράθυρά μας και μέσα στη γειτονιά μας, ζούσαν άνθρωποι ανεπαρκείς, με μπόλικο -έως απύθμενο θράσος- και πλεονεξία συνδυασμένη με ματαιοδοξία - μερικοί λένε ότι αυτά τα τέσσερα πάνε πολύ συχνά μαζί. Επίσης ότι οι κάτοχοι τους λατρεύουν τη δημοσιότητα και έχουν την ικανότητα να επιβιώνουν παντού, ενίοτε αλλάζοντας χρώμα ή ό,τι άλλο "η περίστασις το απαιτεί", λες να έχουν δίκηο;
Κάποιοι λοιπόν έλεγαν στους της άνω συνομοταξίας, αν κάνεις τις πομπές σου τουλάχιστον μη δίνεις στόχο, σεμνά, εκείνοι όμως επέμεναν, "έχουμε τον τρόπο μας" έλεγαν, "άλλωστε ποιος θα τολμήσει να τα βάλει μαζί μας;"

Η ιστορία είναι πέρα για πέρα φανταστική, αλλά και αληθινή να ήταν, ποιος διαβάζει τα blog; Να, μόνο εσύ τώρα. Και τι νομίζεις, μπορείς να τα βάλεις μαζί τους;




Ο ΔεΜασάμεΡε, εδώ
και λίγο πριν, σου έχει τα καλύτερα. Και μια ιστορία με ονοματεπώνυμο.