Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2007

Elliott Smith



Δεν θυμάμαι πότε ήταν. Θυμάμαι ότι βγήκα από τον κινηματογράφο και είχα μόνο αυτό στο μυαλό μου. Ποιος είναι; Δεν τον ήξερα, αλλά εκείνη η μία φορά αρκούσε για τα καλά. Σιγοτραγουδούσα «Drink up baby, look at the stars. I'll kiss you again, between the bars» και αυτό ήταν. Ο Elliott Smith δεν ήταν πια ξένος. Άργησα να τον γνωρίσω αλλά έγινε αγαπημένος όσο λίγοι.

Αναρωτήθηκα κι εγώ, γιατί τόσο; Ίσως γιατί έγραψε κάποια από τα πιο τρυφερά, μελαγχολικά τραγούδια που άκουσα ποτέ. Γιατί τα χαρούμενα τραγούδια δεν είναι συνήθως το φόρτε μου. Γιατί πίστευα πως ό,τι έλεγε ήταν αληθινό. Και δεν ξαναρώτησα ποτέ. Άκουγα κι έλεγα πως ο κόσμος, δίχως άλλο είναι μικρός.

Με τη χαμηλή και βραχνή φωνή του σου έλεγε δεν μπορώ να κάνω θόρυβο για αυτά που θέλω να σου πω, κάνε ησυχία, θα μ’ ακούσεις. Συντονίζεται το μέσα μου με τη φωνή και τα τραγούδια του. Δεν μπορώ να σου περιγράψω πώς και γιατί. Ακόμα και τώρα, ολόκληρη γυναίκα μπορώ να βάλω τα κλάμματα με ένα τραγούδι του.

Ζόρικη η ζωή του, διάβασα μετά. Μπλεξίματα με ναρκωτικά και αλκοόλ. Κατάθλιψη.

Αμήχανος, όπου τον έχω δει. Και χαμένος. Μπορεί να είναι και ιδέα μου. «Φτιαγμένος», μπορεί να μου πεις. Οκ, κι αυτό.

Στις 22. 10.2003 διάβασα ό,τι συνέβη την προηγούμενη μέρα. Πέθανε. Δεν μ’ αρέσει να λέω «έφυγε από τη ζωή» κτλ, πέθανε, αυτό. Έμεινα άφωνη. Δεν ήμουν πια κοριτσάκι, το ήξερα οι άνθρωποι πεθαίνουν και κάποτε νωρίς, όμως σάστισα. Τα ‘χασα. Πόνεσα σαν να τον ήξερα. Γιατί λέω σαν; Τότε έμαθα και για κάτι που χωρίς να το ξέρω ήταν κοινό στις ζωές μας. Ε, και; Χιλιάδες άνθρωποι έχουν αυτό το κοινό σε όλο τον πλανήτη, πώς κάνεις έτσι; από συμπτώσεις φίσκα ο κόσμος. Μη ρωτάς, τότε ένιωσα ακόμα πιο παράξενα.


Αν ζούσε, στις 6 Αυγούστου 2007 θα γινόταν 38 χρονών.


Δισκογραφία
New Moon, 2007
From A Basement On The Hill, 2004
Figure 8, 2000
Scotland the Brave [Etherean Music] , 2000
XO 1998
Either/Or, 1997
Elliott Smith, 1995
Roman Candle, 1994

(http://www.sweetadeline.net)







Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2007

Την ίδια στιγμή

Στον πλανήτη, στη χώρα, στην πόλη, στη γειτονιά μας. Κάθε λεπτό που περνάει κάποιος γελάει, κάποιος κλαίει, το ίδιο λεπτό κάποιος κάπου ξεχειλίζει από ευτυχία, κάποιος άλλος τσακίζεται από πόνο, κάποιος γεννιέται, κάποιος πεθαίνει. Την ίδια στιγμή.



Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2007

Στην καλύτερη γειτονιά μένεις, μπαγάσα!


Θυμάστε μήπως ένα post του Pan με τίτλο "Η καλή μέρα από το μεσημέρι φαίνεται";

Στην ίδια πόλη, σε παρόμοια περίπτωση, και πολύ χειρότερη να σου πω την αλήθεια, με μάρτυρα ένα παιδί, οι γύρω αντέδρασαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Να, διάβασε εδώ αν δεν με πιστεύεις.

Έμειναν στη θέση τους, συνέχισαν τον καφέ, το φαγητό ή την κουβέντα τους, παρατήρησαν το συμβάν, το "παρακολούθησαν σιωπηλοί, σκεπτικοί, χωρίς ωστόσο κανείς να επεμβαίνει ή να ζητάει «βοήθεια» για λογαριασμό της γυναίκας.", μετά μίλησαν ή έγραψαν γι' αυτό, κι ένας, έστω ένας, δεν βοήθησε τη γυναίκα;

Γι' αυτό σου λέω pan, και τότε στο είπα, στην καλύτερη γειτονιά μένεις, μπαγάσα! Ωραίους γείτονες έχεις. Γιατί αλλού...

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2007

"Δεν είναι δικό μου πρόβλημα"

Το είδα σήμερα τυχαία στην τηλεόραση. Σάστισα.
Σκηνή από ταινία ή πραγματικότητα;
Σαν γροθιά στο στομάχι.


Μπορείς ίσως να πεις : "δεν είναι δικό μου πρόβλημα".
Μπορείς ακόμα να πεις: "δεν θα ζω σε πενήντα χρόνια".
Από δω και πέρα όμως δεν μπορείς να πεις "δεν ήξερα".







Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2007

η ζωή είναι μεγάλη μην την κάνεις καρναβάλι...

Χαβαλές να γίνεται… (2)
Τα λέγαμε και λίγες μέρες πριν εδώ.
Η αφορμή για όσα σκεφτόμουν τότε;
Ντράπηκα βλέποντας μια κακή παράσταση. Την «Λυσιστράτη» από το ΚΘΒΕ. Το πιο ερωτικό και σεξουαλικό κείμενο σε μια παράσταση κιτσάτη κι ανέραστη. Σαν επιθεώρηση παρακμιακή, όχι από τις καλές. Με κανέναν συντελεστή να σώνεται από αυτό που αντίκρισα. Δυστυχώς. Γιατί το όλον γελοιοποίησε και το από μόνο του ίσως καλό.
Με εισιτήρια, χωρίς αμφιβολία. Αυτό δεν είναι και το κριτήριο της εποχής μας; «Λεφτά να φέρνει». Η λογική του αυτό πουλάει άρα αυτό υπάρχει, κανονίζει το παιχνίδι. Παντού.
Με πολύ κόσμο. Που γελούσε όπως ακριβώς γελάει στον Σεφερλή. Καμία διαφορά. Μα τι ωραίο κοινό για το θέατρο έφτιαξε η τηλεόραση! Φτου να μη μας ματιάξουμε!

Και, δεν ξέρω, ψεύτρα να βγω, έτσι όπως ακούω τόσους να γελάνε με ντεμέκ απελευθερωμένα σεξουαλικά αστεία, όχι του Αριστοφάνη, αυτός είναι ωραίος, οι νεοέλληνες είναι γελοίοι και, όλο και πιο αγάμητοι μου φαίνονται. Μωρέ μπορείς να γελάσεις με έναν όχι απλώς υπερμεγέθη φαλλό που έγινε κασκόλ, κάπα, κουβέρτα, χαλί να το πατήσεις, δεν κάνω πλάκα έτσι ήταν στην παράσταση, που σέρνεται για να τον παραλάβει η cat woman;
Ωραία. Για κάποιους που ήταν στο θέατρο μπορεί να ήταν και η πρώτη τους παράσταση. Είδα παιδιά με τους γονείς τους.

Εντάξει, είδαν ηθοποιούς από τηλεοπτικές σειρές, θέατρο όμως δεν είδαν. Και μπορεί να νομίζουν, το πιθανότερο εδώ που τα λέμε, ότι αυτό που είδαν είναι καλό θέατρο. Πλούσιο, εντυπωσιακό, φανταχτερό, με φτερά και πούπουλα τα κοστούμια, άρα καλό θέατρο. Ξέρεις πόσες φορές το έχω ακούσει αυτό; Το έλεγε και η θεία μου από τον καιρό της Βουγιουκλάκη.
Δεν μπορώ άλλο να ακούω, «υπερβολική είσαι, εντάξει, μια εύκολη παράσταση να περνάει η ώρα, πώς κάνεις έτσι;»
Δηλαδή, με τη δικαιολογία του χαβαλέ, θα πουλάνε εσαεί οι ηλιθιότητες; Αυτό το εύκολο βιβλίο, η εύκολη ταινία, το εύκολο τραγούδι πολύ δεν παραπήγε; Συγγνώμη, από τι κουραστήκαμε και θέλουν να μην μας κουράσουν κι άλλο; Πόσα δύσκολα βιβλία, πόσες δύσκολες ταινίες παίδεψαν το μυαλό μας; Όχι, για να ξέρω…
Είπα να μη σε βάλω και σε άλλα νερά αλλά επειδή έχω κέφια θα το κάνω. Θυμάσαι μήπως την παράσταση της Ειρήνης που ανέβασε στο Αμφιθέατρο ο Σπύρος Ευαγγελάτος το 1984; Σε εκείνη λοιπόν την παράσταση το εύρημα του Ευαγγελάτου ήταν η μεταφορά του έργου σε ένα γκρεμισμένο -καιρός πολέμου- θέατρο στο Βερολίνο, όπου οι ηθοποιοί μπαίνοντας στο θέατρο το βρίσκουν βομβαρδισμένο και αποφασίζουν να παίξουν την Ειρήνη του Αριστοφάνη. Θέατρο στο θέατρο. Λοιπόν, ο κουτοπονηρίξ σκηνοθέτης της περί ου ο λόγος παράστασης έλεγε - ποντάροντας στο ποιος ξέρει και ποιος θυμάται; - ότι το εύρημά του, το μοναδικό εύρημα και για το οποίο νιώθει πολύ περήφανος που το σκέφτηκε ολομόναχος βρε, είναι αυτό που «συμπτωματικά» μοιάζει κακέκτυπο της βασικής εκείνη ιδέας του Ευαγγελάτου. Εντάξει, στην Ελλάδα ζούμε το ξέρω… Ε, άι στο διάολο δηλαδή, για αυτό θέλουν να μην ξέρουμε τίποτα, για να μην καταλαβαίνουμε από πού τα κλέβουν;

Όλα ξεκίνησαν από μια παράσταση. Ενδεικτική του αθλίου.

(βαρύς χαρακτηρισμός, το ξέρω, και επειδή είναι και ίσως κάποιοι που διαβάζετε το κείμενο αυτό, είδατε την παράσταση και σας άρεσε, να θυμώσετε μαζί μου.)
Όμως όταν εκείνη τελείωσε σκεφτόμουν ότι δεν θέλω να χαλάω τις ώρες, τις μέρες, τους μήνες και τα χρόνια μου με ανοησίες. Άλλο η αποτυχία , άλλο το κακό- από άγνοια, από πρόθεση, από ανικανότητα, δεν το αγαπούν ή δεν το μπορούν, θα σας γελάσω.
Δεν μπορώ να χαλάω έτσι το χρόνο μου. Ο σκληρός δίσκος δεν θέλω να γεμίσει με σκουπίδια.

Θυμήθηκα ένα Κεφάλι Γεμάτο Χρυσάφι. Σε απάντηση του -μπλιαχ- λαϊφσταλσλόγκαν «η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή μωρό μου»

το εξαιρετικό «Η ζωή είναι μεγάλη, μην την κάνεις καρναβάλι».




Υ.Γ. Άλλαξα το βίντεο γιατί είδα σήμερα αυτό και ήθελα να το μοιραστούμε...

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2007

Ο ομορφότερος κήπος του κόσμου.


"Θέλω να μου συνθέσεις τον ομορφότερο κήπο του κόσμου, πρόσταξε ο μέγας Χιντεγούσι τον ξακουσμένο καλλιτέχνη Κομπάρι Ενσού.
-Θα το κάμω, αποκρίθηκε ο καλλιτέχνης, μα με τρεις συμφωνίες: α) να μη βάλεις κανέναν περιορισμό στα έξοδα, β) να μην με βιάσεις, θα τελειώσω όταν πρέπει, γ) ποτέ να μην έρθεις να τον δεις πριν τον τελειώσω γιατί μπορεί να σου κατέβει καμιά ιδέα και να μου χαλάσεις το αρχικό μου σχέδιο."
από το βιβλίο "ΙΑΠΩΝΙΑ-ΚΙΝΑ" (1938) του Ν.Καζαντζάκη

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2007

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2007

Χαβαλές να γίνεται... (1)

Το ακούω. Όλο και πιο συχνά.
Με ύφος. Μπορεί και επιθετικό. «Τι τα θες μωρέ, χαβαλές να γίνεται».
Σε τόνο απολογητικό. «Εντάξει, εμένα κατά βάθος άλλα μου αρέσουν, αλλά και λίγος χαβαλές, δεν πειράζει έτσι για να χαζεύεις λίγο, να ξεκουράζεσαι, να περνάς καλά, για την παρέα πιο πολύ…»
Και η ζωή μας είναι μικρή. Κι εμείς την κάνουμε μικρότερη. Μαζί και καρναβάλι;
Αρχίζουμε και συμβιβαζόμαστε με τα σκουπίδια.
Δεν πειράζει που η μισή Ελλάδα τραγουδάει και κάνει χαβαλέ με τους τρελλούς για χρήματα και δημοσιότητα, αλλά και με τους «τρελλούς του χωριού». Στο χωριό μου, τουλάχιστον, τους τελευταίους τους προστατεύαμε, δεν τους στέλναμε στην κόλαση μια και καλή.
Δεν πειράζει που βλέπεις θεατρικές παραστάσεις και ντρέπεσαι για το κιτς που συναγωνίζεται την ανοησία, «ευχάριστη παράσταση είναι μωρέ, πώς κάνεις έτσι, για το καλοκαίρι, να περνάει η ώρα, άσε τα εισιτήρια που κάνουν». Η απάντηση που "αποστομώνει"
Δεν πειράζει που άθλια βιβλία πλασάρονται σαν Η λογοτεχνία, τρομάρα μας, «Ξέρεις πόσο πούλησε ο Κώδικας; Τι μιλάς; Μια χαρά είναι, περνάει και η ώρα ευχάριστα».

Ακούμε τραγούδια που δεν είναι τραγούδια.
Διαβάζουμε βιβλία που είναι για τα μπάζα.
Βλέπουμε παραστάσεις που σε άλλη χώρα ούτε να τις φτύσουν.
Τι να σου πω, μπορεί και να αρχίσουμε να νομίζουμε ότι ζωγραφική είναι οι άθλιοι πίνακες στις τηλεδημοπρασίες.
Ακόμη κι αν δεν τα διαλέγουμε, τα συνηθίζουμε.
Χάνουμε το μέτρο. Ξεχνάμε το καλό. Αν το ξέραμε, δηλαδή.
Συνηθίζουμε.
Το γρανάζι του μυαλού σκουριάζει. Η ψυχή ξεμαθαίνει.


Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποκτήσεις κριτήριο για το καλό από το να βλέπεις, να ακούς, να διαβάζεις καλά πράγματα. Όπως το έλεγε ο Γκαίτε. «Ο άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα να ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα όμορφο ποίημα, να βλέπει μιαν έξοχη εικόνα και, αν το μπορεί, να διατυπώνει κάποιες ορθές ιδέες. Διαφορετικά χάνει το αίσθημα για την τελειότητα και για το καλό, που δεν τα αναζητάει. Και ο νους του αμβλύνεται».

Αλλά ποιος νοιάζεται; Χαβαλές να γίνεται, καλά να περνάμε…


Y. Γ. Με κάποια αφορμή σκεφτόμουν τα παραπάνω. Θα σας την πω την άλλη φορά.




Κυριακή, 8 Ιουλίου 2007

Εις στο βουνό ψηλά εκεί, ποιος είναι χειρότερος;




Μόλις διάβασα ένα αποκαλυπτικά κατατοπιστικό άρθρο της Τάνιας Γεωργιοπούλου στην σημερινή ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

Για μιαν ακόμη φορά αναρωτιέμαι, ποιοι είναι χειρότεροι;
Αυτοί που κυβερνάνε ή αυτοί που κυβερνώνται;

Ποιοι είναι πιο καιροσκόποι, απατεώνες και ανεγκέφαλοι;
Και οι μεν και οι δε, ιδιώτες - με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης;

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2007

Καλώς ήρθατε στον παράδεισο...

Καινούριο τραγούδι του Manu Chao.
Δύο video clip.


σκηνοθεσία: Emir Kusturica







Welcome to paradize, today it's rainin...
in Zaire
was no good place to be
this world go crazy
it's an atrocity
in Congo
still no good place to be
them kill me buddy
its a calamity
go Masai go Masai
be mellow
go Masai go Masai
be sharp
in Monrovia
This no good place to be
weapons go crazy
it's an atrocity
in Palestinia
too much hypocrisy
this world go crazy
it's no fatality...
In Bagdad
it's no democracy
that's just because
it's a US country
In Fallujah
too much calamity
this world go crazy
it's no fatality...
...today it's rainin

In Jerusalem
In Monrovia
Guinea-Bissau
today it's rainin...

today it's rainin
Welcome to paradize...

Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το τραγούδι από το site του Manu Chao (www.manuchao.net)

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2007

Λόγια, ξανά.

Λόγια είναι αυτά, λόγια του αέρα και χάνονται, να όπως τώρα για αρκετές μέρες.
Σας πεθύμησα όμως. Καλώς σας βρίσκω.
(Pan, ευχαριστώ για την ερώτηση.)

Λοιπόν, τι έκανα εξαφανισμένη; Θα σας πω αυτά που λέγονται.
Ταξίδεψα.

Είδα την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Παρασκευόπουλος για το Εθνικό Θέατρο
της Κραϊόβα. Μήδεια. Κα-τα-πλη-κτι-κη παράσταση.
Σκηνοθεσία, κίνηση, υποκριτική των ηθοποιών, σκηνικά, κοστούμια, μουσική επιμέλεια, όλα εκπληκτικά. Στο φινάλε έπαιζε αυτό το τραγούδι:
(ο Κοσμάς Εφραιμίδης διάλεξε και αυτό και τα υπόλοιπα μουσικά κομμάτια της παράστασης)




Πήγα στη συναυλία που έδωσαν ο Σωκράτης Μάλαμας και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης στο θέατρο Γης. Χιλιάδες, τουλάχιστον 7000, ωραίοι άνθρωποι ήταν εκεί. Πολύ χαρούμενη που ήμουν ανάμεσά τους.

(Σε σας το λέω που κάνετε το κομμάτι σας, γράφετε κάτι χαζομάρες που τις λέτε ρεπορτάζ, ή ανταπόκριση ή σχόλιο από και για τη Θεσσαλονίκη: μη μας χαρίζετε σε ηλίθιους ατσαλάκωτους δημάρχους, αλλά και εξίσου ηλίθιους ντεμέκ διαννοούμενους. Μην βιάζεστε, και μη χαίρεστε, γιατί κι αυτό παίζει, νομίζω,
δεν είναι αυτοί η Θεσσαλονίκη...)




Θύμωσα.
Με τα air condition που πήραν φωτια και έκαναν χειρότερο καμίνι τις πόλεις -μπετονοκουτιά, που τις λέμε σπίτι μας.
Με την υπερβολή και τον πανικό.
Με τις φωτιές και τους ανθρώπους πίσω από αυτές.
Είτε κάποιοι έβαλαν τις φωτιές (ανεγκέφαλοι κάτοικοι ενός πλανήτη που δεν τους αξίζει), είτε κάποιοι άλλοι ολιγόρησαν (γιατί τα δάση δεν είναι το σπίτι τους, επίσης δεν είναι επιχείρηση που τους δίνει χρήματα και μίζες, οπότε γιατί να νοιαστούν να προνοήσουν για την συμφορά;), είτε κάποιοι έβριζαν από τον καναπέ της τηλεόρασής τους, για μένα το έγκλημα δεν έχει μεγάλη διαφορά.



Διάβασα, σήμερα, ιντερνετικά αυτό το κείμενο του Καιρού (το blog του εδώ) στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Δεν βρίσκω ούτε μια φράση στην οποία δε συμφωνω. Ούτε μία. Σωστός. Ωραίος. Καίριος καιρός.
"Τα 'χω πάρει. Χοντρά. Δεν είναι η πρώτη φορά, και η πατρίδα είμαι σίγουρος ότι θα μου δώσει κι άλλες, πολλές, φορές την ευκαιρία. Σιγουρότατος! Οοοοοχι. Οταν μιλάω για πατρίδα, δεν μιλάω για το κράτος. Για μας μιλάω. Το βρίζω το κράτος τα τελευταία 33 χρόνια, που μου έχει δώσει την ευκαιρία η δημοσιογραφική πένα. Τώρα τελευταία το 'κοψα. Γιατί αποφάσισα, ότι το κράτος είμαστε 'μεις.Εμείς οι μεμψίμοιροι και γκρινιάρηδες και απαιτητικοί όλο το 24ωρο. Εμείς οι αγωνιστές του καναπέ, οι εθελοντές του φραπέ, οι οικολόγοι του σκουπιδαριού, οι σοσιαλιστές της πάρτης, οι αδιάφθοροι του λαδώματος, οι κήνσορες του διπλανού και νάρκισσοι του καθρέπτη. Εμείς.Μια κοινωνία υποκριτών, που σκίζει τα ρούχα της, βρίζοντας το αόρατο και άυλο κράτος, που καίγεται ο πνεύμονας της Αθήνας, η Πάρνηθα, για πολλοστή φορά και 5.000.000 τηγανισμένοι ευαίσθητοι παρακολουθούν τις φλόγες από την τηλεόραση, χωρίς ούτε 10.000, ούτε 1.000, ούτε 100, έστω, να τρέξουν εθελοντές να βοηθήσουν. Οχι τώρα. Εδώ και χρόνια! Οχι μόνο για την Πάρνηθα. Παντού.Εχω σβήσει φωτιές σε πλαγιές, την ώρα που οι χωριανοί και οι πολίτες καθόντουσαν σταυροπόδι ένα και δύο και δέκα χιλιόμετρα μακριά στις καφετέριες και βρίζαν το κράτος αμέτοχοι. Αραχτοί. Βρίζαν το σαν τα μούτρα τους κράτος. Αυτό που αξίζουν. Ακαθάριστα σχεδόν πάντα, και μόνο από τύχη παστρικά, τα δίκτυα του ρεύματος, που διαπερνάνε όλη τη χώρα εναερίως, από κολόνα σε κολόνα, μέσα (!!) από όλα τα δάση, παρά τις φωνές, που επί χρόνια ουρλιάζουν για υπόγεια εγκατάσταση επιτέλους! «Κοστίζει πολλά» αποφαίνεται παγίως ο ανεγκέφαλος, που κρατάει την καρέκλα. Και πόσα κοστίζει ηλίθιε κάθε στρέμμα καμένου δάσους, κάθε κατάσβεση, κάθε black out, κάθε πνεύμονας που χάνεται, κάθε αναδάσωση; Πόσα κοστίζει στην υγεία, σε εργατοώρες, σε ζωντανά, σε ζημιές υποδομής, που πληρώνονται; Πόση πρόσθετη ζέστη και πόσο νερό; Κάθε φορά. Και κάθε φορά, με το ίδιο θράσος, ο ίδιος πάντα συνέλληνας, που δεν είναι το κράτος, είναι η νοοτροπία ενός λαού ολόκληρου, που τον ανέχεται, που τον εκλέγει, αλλιώς θα τον είχαν πάρει από καιρό με τις ντομάτες οι συμπολίτες του, αν δεν ήτανε όμοιοι, με το ίδιο θράσος λοιπόν βγαίνει να πει κι από πάνω, ότι όλοι οι πριν απ' αυτόν ήταν χειρότεροι. Και λοιπόν; Μήπως φταίμε που δεν τους κρεμάσαμε στην πλατεία Συντάγματος, μπας και έτσι συνετιστούν οι επόμενοι και κάνουν το μόνο πράγμα που πληρώνονται να κάνουν; Να δουλεύουν νύχτα-μέρα για να ωφελείται το σύνολο; Ποιο σύνολο! Αυτοί που δουλεύουν και αφήνουν ακαθάριστα τα δίκτυα του ρεύματος και τα δάση και που λουφάρουν δεν είναι συμπολίτες; Τι είναι, κατακτητές; Μπας και δεν τους νοιάζει, γιατί δεν θα καούν τα δικά τους χωριά; Μήπως δεν έχουν τις εγκύκλιους και τα φιρμάνια και τους κανονισμούς, και δεν ξέρουν αυτοματοποιημένα τι πρέπει ολοχρονίς να κάνουν; Είναι λίγοι; Να σου πω εγώ γιατί είναι λίγοι. Γιατί οι υπόλοιποι, που είναι οι πολλοί, βάζουν γλείψιμο να κλειστούν σ' ένα γραφείο, να πέφτει ο μισθός του λαού, να μην έχουν σκοτούρες πολλές, εκτός από μία. Πότε να 'ρθει το δώρο κι η σύνταξη. Και ας τρέξουν τα κορόιδα να ιδρώσουν για να έχουνε όλοι -και οι κηφήνες- ένα πνεύμονα ανάσας παραπάνω, ένα πάρκο στην πόλη παραπάνω, έναν πεζόδρομο, ένα σύλλογο, μια πηγή, μια παραλία, έναν κουβά για σκουπίδια. Και πετάνε με την ψυχή στο στόμα οι ίδιοι εκατό πιλόγοι, πέφτουνε μέσ' στη φωτιά οι ίδιοι 5.000 πυροσβέστες, τρέχουν να σώσουνε ζώα και ανθρώπους οι ίδιοι συμβασιούχοι, διακινδυνεύουν τη ζωή τους οι ίδιοι, ελάχιστοι σύλλογοι εθελοντών, λες κι όλοι αυτοί πληρώνονται όπως πρέπει και δουλεύουν σε συνθήκες όπως πρέπει και λες και δεν έχουν μανάδες κι αδέλφια και συζύγους και παιδιά να τους καρτεράνε με κομμένη τη χολή. Είτε σε σεισμό, είτε σε πυρκαγιά, είτε σε πλημμύρες. Αυτοί οι λίγοι είναι οι συμπατριώτες οι δικοί μου. Οι άλλοι, υποκριτές, συνένοχοι σ' όλες τις καταστροφές και τις κακοπαθιές της χώρας. Αμέτοχοι, άβολοι και καλοπερασάκηδες, ασχέτως τάξης, φύλου, πεποιθήσεων. Ξέρω, εξανίστανται, δεν με παρατάνε! Τους έμαθα καλά, τους ζω, απ' αυτούς υποφέρουμε κάθε μέρα. Αυτοί ποδοπατάνε κάθε δικαίωμα, κάθε κατάκτηση, κάθε αξιοπρέπεια είτε πίσω από τον πάγκο μιας υπηρεσίας, είτε πίσω από ένα γκισέ, είτε πίσω από το τιμόνι του ταξί, του λεωφορείου, του πωλητηρίου κάθε είδους, από εισιτήρια μέχρι ρούχα και φιστίκια. Με την αγένεια στο ύφος και στο στόμα. Τη βαρεμάρα για εξυπηρέτηση. Την άγνοια της έννοιας της προσφοράς. Η συντριπτική πλειοψηφία. Ενα «εγώ» υπερφίαλο, που φτιάχνει μια κοινωνία, μια χώρα «για πάρτη μας». Αντικοινωνική όσο δεν παίρνει. Απούσα, μπρος στην τηλεόραση, κάθε φορά που οι λίγοι βγάζουν το φίδι από την τρύπα για της αστυνομίας τη βία, για τα καρκινογόνα τρόφιμα που τρώμε, για το νέφος και τη βρόμα μεσ' τη θάλασσα, τους τρομονόμους, που μας δένουν -αυτούς όχι, ήτανε πάντα φιλήσυχοι πολίτες, νομοταγείς, τα 'χαν καλά με όλους, ησυχία, τάξις και ασφάλεια- ακόμα και για τους λίγους χώρους πρασίνου, που απειλούνται διαρκώς μέσα στις πόλεις. Μια κοινωνία απούσα απ' όλα όσα την αφορούν. Μονάχα οι λίγοι, οι γραφικοί, σεσημασμένοι βγάζουν το φίδι από την τρύπα. Λαός, απών. Είναι παρών, όμως, σε κάθε λάδωμα, σε κάθε φάκελο, σε κάθε γλείψιμο για μια θεσούλα, σε κάθε σπρώξιμο να μπει μπροστά, στη θέση του άλλου, σε κάθε αυθαίρετο, σε κάθε κλέψιμο λογαριασμού, σε κάθε ακρίβεια, που ληστεύει τον διπλανό του. Φταίει η κυβέρνηση! Λαός απών από τη διαχείριση της χώρας του. Την έχει νοικιάσει για 4 χρόνια σε κάποια παρέα και την αφήνει να κυβερνά έτσι ανεξέλεγκτα. Αμα δεν του αρέσει η παρέα, βάζει μια άλλη, στην καθορισμένη πάντα ημέρα. Μετά, πάει για φραπέ σε ωραία θέση με air condition. Για να απολαύσει την κοκκινίλα του ουρανού από την Πάρνηθα, που καίγεται. Βρίζοντας ή τη ΔΕΗ ή την κυβέρνηση. Από το '74, που απόχησε αντιστασιακή φωνή. Πριν, έφταιγε η χούντα, δεν μίλαγε. Αν δεις τα χόρτα στο κτήμα του στο χωριό και τους πυλώνες της ΔΕΗ λίγο πιο πέρα, θα καταλάβεις. Και αν ακούσεις το air condition της κάμαράς του, που είναι κλειστή, αμπαρωμένη όλη τη νύχτα, που έξω έχει δροσιό αεράκι, θα καταλάβεις. Κι αν δεις τα δάση και τις πλαγιές και τα ποτάμια, τις παραλίες και τους δρόμους μεσ' στο σκουπίδι, θα καταλάβεις. Κάθε πατρίδα είν' ο καθρέπτης του λαού της. Ενός λαού, που κούκλα την πήρε απ' όλους τους προηγούμενους και πανούκλα την παραδίνει στα παιδιά του. Τέτοια αγάπη της έχει κι αυτής και των παιδιών του.
Τι να πεις σε έναν κόσμο, που χάνει 1.000.000 δέντρα και σου απαντάει «ευτυχώς δεν κάηκε κανένα σπίτι»;Τι να πεις σ' ένα ζώο, που πιστεύει ακράδαντα ότι η δική του ζωή έχει μεγαλύτερη αξία από τις άλλες ζωές γύρω του; Τι να πεις σ' ένα σύνολο, που δημιουργεί με κάθε τρόπο τη σημερινή του ευκολία, ξέροντας ότι θα γίνει το αυριανό του πρόβλημα; Τι να πεις σε ένα ζώον, που είναι τόσο ζώον ώστε δεν ξέρει ότι είναι ζώον."<>
Γ. Παπαδόπουλος Τετράδης